Περίπου 1 στα 4 πακέτα τσιγάρα είναι παράνομο

0
1968

Εισαγωγή

«Πιστεύω ακράδαντα ότι ο μόνος δρόμος για να βάλουμε τέλος στα μνημόνια είναι να βάλουμε τέλος στον λαϊκισμό, ο οποίος και αποτελεί την εθνική μας τύφλωση» επισημαίνει ο Μάριος Γεωργιάδης, μιλώντας στο RTN. Μάλιστα,  τονίζει χαρακτηριστικά: «Αποτελεί πραγματικά ντροπή για το πολιτικό σύστημα να δεχόμαστε υποδείξεις από τους ξένους για να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις, τις οποίες θα έπρεπε από μόνοι μας να είχαμε εφαρμόσει. Αρνούμαι να πιστέψω ότι δεν το γνωρίζουν αυτό στο Μαξίμου, οπότε ευλόγως μπορεί κάποιος καχύποπτος να υποθέσει ότι έχουν ίσως μια παράλληλη κρυφή ατζέντα».

 

Στον Κοσμά Ζακυνθινό

 

Από στέλεχος σε εταιρεία καπνικών μεταπηδήσατε στην πολιτική αρένα της χώρας, και μάλιστα σε μια ιδιαιτέρως δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα. Στην έως τώρα θητεία σας, ποιες αλλαγές και δυσκολίες διαπιστώνετε σε επίπεδο διαχείρισης αλλά και λήψης αποφάσεων, δεδομένης της καθολικά διαφορετικής δομής οργάνωσης;

 

Κατ’ αρχάς, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι για εμένα η πολιτική δεν είναι καριέρα. Είναι λειτούργημα, και μάλιστα αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους αποφάσισα να ασχοληθώ ενεργά με τα κοινά. Τα προβλήματα σε επίπεδο διαχείρισης αλλά και λήψης αποφάσεων στον χώρο της πολιτικής είναι πολλά, διαχρονικά και εν πολλοίς γνωστά. Το ζήτημα δεν είναι απλώς να περιγράψουμε την κατάσταση που επικρατεί, αλλά τα αίτια που τη δημιουργούν, ώστε να μπορέσουμε να την αντιστρέψουμε. Η άσκηση πολιτικής ενέπιπτε ‒και δυστυχώς συνεχίζει να εμπίπτει‒ στη σφαίρα του λαϊκισμού, με συνέπεια η όποια διαχείριση και λήψη απόφασης να είναι δέσμια και καθ’ υπαγόρευση του πολιτικού κόστους.

Έννοιες όπως η τεχνοκρατική κουλτούρα απέκτησαν αρνητικό πρόσημο και εξοστρακίστηκαν. Όλα αυτά είχαν ως άμεση επίπτωση την κακοδιαχείριση και τα αργά αντανακλαστικά στη λήψη αποφάσεων (βλ. καθυστερήσεις στις αποκρατικοποιήσεις λόγω γραφειοκρατίας, όπως το Ελληνικό).

Τώρα είναι η στιγμή κατά την οποία νέοι άνθρωποι από τις παραγωγικές τάξεις οφείλουν να μπουν στη μάχη της πολιτικής, αλλάζοντας το αφήγημα. Πρέπει να επαναφέρουμε τα «facts & figures» στον πολιτικό διάλογο, διότι τα προβλήματα που υπάρχουν απαιτούν ορθολογικές, κοστολογημένες και ρεαλιστικές λύσεις.

 

Έχοντας εμπειρία και κατ’ επέκταση ειδικές γνώσεις της μικρής λιανικής, μέσω της πολυεθνικής όπου εργαστήκατε στον ιδιαίτερο τομέα των καπνικών ειδών, ποια είναι τα σημεία έντασης που εντοπίζετε προσωπικά ως προς την πολιτική της κυβέρνησης;

Το πιο σημαντικό σημείο έντασης είναι, φυσικά, η πολιτική της διαρκούς αύξησης των φόρων. Για παράδειγμα, οι από 1ης Ιανουαρίου φέτος επιβαλλόμενοι αυξημένοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καπνικά έχουν δημιουργήσει μια απαράδεκτη κατάσταση. Αγγίζουν το εξωπραγματικό 90%! Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό φορολογίας καταναλωτικών προϊόντων παγκοσμίως, αφήνοντας μόνο ένα 10% περιθώριο κέρδους να μοιραστεί ανάμεσα στους παραγωγούς, στα εργοστάσια επεξεργασίας, στην εισαγωγική εταιρεία, στους χονδρέμπορους και, τελικά, στους πωλητές λιανικής.

Όταν λοιπόν η συνολική φορολογική επιβάρυνση στα καπνικά είδη είναι σε τόσο αυξημένο ποσοστό, πυροδοτείται η τεράστια εισαγωγή λαθραίων. Περαιτέρω εντείνεται και η διακίνηση χείριστης ποιότητας καπνικών προϊόντων από γειτονικές ή και μακρινές χώρες, όπως η Κίνα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα περίπου 1 στα 4 πακέτα να είναι παράνομο, σύμφωνα με τις μετρήσεις των γνωστών ως «Empty Pack Surveys».

Η δε αύξηση της φορολόγησης δεν σήμαινε και αύξηση των φορολογικών εσόδων, αφού τα στοιχεία από το 2010 μέχρι το 2015 δείχνουν ότι χάθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ και οι απολεσθέντες φόροι εξαιτίας του λαθρεμπορίου εκτοξεύθηκαν το 2014 στα 720 εκατ. ευρώ.

 

Τα τελευταία χρόνια τα «λουκέτα» είναι καθεστώς, ενώ οι προβλέψεις για το εγγύς μέλλον της λιανικής και την επιχειρηματικότητα είναι αρκετά δυσοίωνες. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η εικόνα;  

Δυστυχώς, στον βωμό του πολιτικού κόστους, ο ιδιωτικός τομέας και η επιχειρηματικότητα αποτέλεσαν την «Ιφιγένεια» της κρίσης. Η βάρβαρη και αδιέξοδη υπερφορολόγηση είχε και έχει μόνον έναν στόχο: τη συντήρηση ενός κράτους Λεβιάθαν με κάθε κόστος. Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι τα «λουκέτα» επιχειρήσεων ανήλθαν σε 5.669 το πρώτο δίμηνο του 2017, ενώ αυτές που άνοιξαν το ίδιο διάστημα δεν ξεπέρασαν τις 4.396. Την ίδια στιγμή βλέπουμε μια προκλητική ανισορροπία στους μισθούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Εύλογα λοιπόν κάποιος μπορεί να συμπεράνει ότι ο ιδιωτικός τομέας έχει φορτωθεί στις πλάτες του όλη τη δημοσιονομική προσαρμογή.

Αυτό λοιπόν που προτείνουμε ως Ένωση Κεντρώων είναι η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, με παράλληλη μείωση των δαπανών στο Δημόσιο. Και, όταν μιλάμε για μείωση των δαπανών, μιλάμε και για απομακρύνσεις αργόμισθων, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Σε αυτό θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Είναι απαράδεκτο να υπάρχουν πάνω από 400 μη απογεγραμμένοι φορείς- «φαντάσματα», στους οποίους δεν γνωρίζουμε ούτε πόσοι αργόμισθοι είναι στο payroll ούτε το ύψος επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ την ίδια στιγμή έχουμε 1,5 εκατ. ανέργους. Χρειαζόμαστε λοιπόν ένα μικρότερο και πιο ευέλικτο Δημόσιο, πατάσσοντας τη γραφειοκρατία και τις διαχρονικές παθογένειες, αλλά και ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα, προκειμένου να δομήσουμε ένα πιο σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον.

Υπάρχει κόστος για την οικονομία, όσον αφορά την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης, ή τελικά η χώρα βγαίνει «νικητής» από όλη αυτή τη διαδικασία;

 

Φυσικά και υπάρχει κόστος, και μάλιστα εκατομμυρίων, από την καθυστέρηση ολοκλήρωσης της υποτιθέμενης «αέναης διαπραγμάτευσης» με τους δανειστές. Θα θυμάστε, το 2015, τα δραματικά γεγονότα που ζήσαμε, την επίσημη έλλειψη ρευστότητας, το αχρείαστο δημοψήφισμα, το κλείσιμο των τραπεζών, τα capital controls και άλλα ντροπιαστικά για χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τα οποία μόνον η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ νιώθει περήφανη.

Είχα την εντύπωση ότι η «Βαρουφακιάδα» ήταν ένα αυτοτελές επεισόδιο που στοίχισε στη χώρα μας κοντά στα 90 δισ. ευρώ. Ζούμε ένα deja vu, το δεύτερο επεισόδιο του sequel, με άλλο πρωταγωνιστή και το χρέος να αγγίζει ήδη τα 15 δισ. ευρώ. Σίγουρα το βραβείο χειρότερης διαπραγμάτευσης που εκμαίευσε ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 από το Harvard, θυμίζει τα «χρυσά βατόμουρα» που παίρνουν οι κακογυρισμένες ταινίες της άλλης πλευράς του Ατλαντικού.

Οι επίσημοι, δήθεν, διαπραγματευτές της χώρας απλά «παίζουν καθυστέρηση», προκειμένου να παρέλθουν οι εβδομάδες και οι μήνες, χωρίς φυσικά κάποιο όφελος. Δεν ξέρω ποια βιβλία έχουν συμβουλευτεί για τους τρόπους διενέργειας των πολυμερών κρατικών διαπραγματεύσεων, αλλά μάλλον η κατ’ επάγγελμα και μεθοδευμένη καθυστέρηση δεν αποτελεί και την καλύτερη τακτική στην κατάσταση που βρισκόμαστε ως χώρα. Οι εσωτερικές και διεθνείς υποχρεώσεις μας «τρέχουν», ενώ κάθε μέρα που περνά άπρακτη, σαφώς, επιδεινώνει τη διαπραγματευτική ικανότητα της ελληνικής πλευράς. Το κόστος είναι πραγματικά ανυπολόγιστο, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις είναι δέσμιες μικροπολιτικών συμφερόντων και κοντόφθαλμων πολιτικών, αρνούμενες να προχωρήσουν με αποφασιστικότητά σε γενναίες μεταρρυθμίσεις.

Αποτελεί πραγματικά ντροπή για το πολιτικό σύστημα να δεχόμαστε υποδείξεις από τους ξένους για να προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις, τις οποίες θα έπρεπε από μόνοι μας να είχαμε εφαρμόσει. Αρνούμαι να πιστέψω ότι δεν το γνωρίζουν αυτό στο Μαξίμου, οπότε ευλόγως μπορεί κάποιος καχύποπτος να υποθέσει ότι έχουν ίσως μια παράλληλη κρυφή ατζέντα.

Πόσο εύκολα ένα νέο πρόσωπο μπορεί να αλλάξει συνήθειες ετών στο πολιτικό κατεστημένο; Τα «νέα πρόσωπα» αποτελούν τάση ή αναγκαία λύση για τη διαχείριση της κατάστασης στον τόπο μας;

 

Τα «νέα πρόσωπα» δεν αφορούν τη βιολογική ηλικία, αλλά τις ιδέες και την όρεξη για δουλειά. Ο πρόεδρός μας, για παράδειγμα, ο Βασίλης Λεβέντης, έφερε συγκεκριμένες πρωτοποριακές προτάσεις στο ελληνικό Κοινοβούλιο, παρότι διανύει αισίως την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και αυτές οι προτάσεις δεν είναι «καινούργιες»…, τις λέει 35 χρόνια.

Για να αλλάξει κάτι στο πολιτικό σύστημα, πρέπει να καταλάβουμε ως πολίτες ότι δεν ψηφίζουμε πολιτικούς με μοναδικό κριτήριο να ανταποκριθούν στα στενά προσωπικά μας ζητούμενα. Οφείλουμε να ψηφίζουμε πολιτικούς εξετάζοντας το αν η πολιτική που πρεσβεύουν θα ήταν ωφέλιμη για την κοινωνία εν γένει. Εκεί στηρίζεται και η πρότασή μας για κυβέρνηση τεχνοκρατών ευρείας κοινοβουλευτικής αποδοχής: τουλάχιστον για ορισμένα χρόνια οφείλουμε να θέσουμε στην άκρη τους παλαιοκομματικούς πολιτικούς και να φέρουμε στο προσκήνιο τους κατάλληλους ανθρώπους στην κατάλληλη θέση. Όλοι μας γνωρίζουμε λίγο-πολύ ποιοι είναι οι άξιοι στον κάθε τομέα. Μετρήσιμα πράγματα είναι αυτά. Οφείλουμε πλέον να καταλάβουμε ότι πρέπει να εμπιστευόμαστε κυβερνήτες και υπουργούς περισσότερο βάσει του βιογραφικού τους και λιγότερο βάσει των λόγων τους. Από λόγια χορτάσαμε.

 

 

Μία σειρά από συμπτώσεις, η τύχη και οι άνθρωποι που υπάρχουν στον ευρύτερο κύκλο μας καταλήγουν να αποτελούν σημαντική επιρροή στη ζωή μας. Τι ρόλο έχει παίξει το κεφάλαιο «Λεβέντης» στην προσωπική και στην επαγγελματική σας ανέλιξη;

Συμφωνώ ότι οι συμπτώσεις και η τύχη συχνά καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον μας, αν και δεν πολυπιστεύω στην αστρολογία. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, όπως μας διδάσκει και η Ιστορία. Πολύ σωστά αναφέρετε τον Βασίλη Λεβέντη ως «κεφάλαιο». Είναι κεφάλαιο στην πολιτική, στη Βουλή, στο κόμμα, στην Ελλάδα και, ναι, ένα από τα μεγαλύτερα της ζωής μου. Ο Βασίλης Λεβέντης είναι πατέρας μου∙ αν και όχι βιολογικός, μεγάλωσα στα χέρια του καλύτερα και από βιολογικό παιδί του, και είναι απόλυτα λογικό να του χρωστάω πολλά, αν όχι τα πάντα. Είναι ο άνθρωπος που με παρότρυνε να ασχοληθώ με την πολιτική, με εμπιστεύτηκε και με τοποθέτησε στο ψηφοδέλτιο του κόμματος. Άλλωστε, δεν ήταν τόσο δύσκολο για τον ίδιο. Ήξερε ότι στο DNA μου μου έχει μεταδώσει το μικρόβιο της πολιτικής. Παράλληλα, βλέποντας την πορεία μου στον ιδιωτικό τομέα, ήταν σίγουρος ότι θα φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Γι’ αυτόν τον λόγο προσπαθώ, τόσο στην καθημερινή παρουσία μου στη Βουλή, όσο και στις λοιπές εξωκοινοβουλευτικές δραστηριότητές μου, να φανώ αντάξιος αυτής της εμπιστοσύνης. Επιδιώκω τη συνεχή βελτίωση, τη συνέπεια στις υποχρεώσεις μου, καθώς και την ανάδειξη θεμάτων που απασχολούν τους συμπολίτες μου. Με ενδιαφέρει επί το πλείστον να προτείνω λύσεις πρακτικά υλοποιήσιμες. Το ρίσκο που πήρα, αφήνοντας μια «στρωμένη καριέρα» στον χώρο των πολυεθνικών εταιρειών, ήταν μεγάλο, καθώς το μέλλον στην πολιτική είναι αβέβαιο. Στην ενδεχόμενη ερώτηση «αν θα το ξαναέκανα» η απάντησή μου είναι ότι σίγουρα ναι. Δεν μετανιώνω για την επιλογή μου. Θεωρώ ότι η εμπειρία μου στην ιδιωτική οικονομία μπορεί να βοηθήσει από τεχνοκρατικής άποψης στη λήψη αποφάσεων του Κοινοβουλίου.

 

Πόσο αποτελεσματικές για την οικονομία και το επιχειρείν μπορούν να αποδειχθούν μεσοπρόθεσμα η αύξηση της φορολογίας σε μία σειρά από καταναλωτικά προϊόντα, η ολοένα και μεγαλύτερη συμπίεση του οικογενειακού προϋπολογισμού και η μεγέθυνση του δημόσιου τομέα; Ποιες οι προτάσεις της Ένωσης Κεντρώων για τα μεσαία και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα;

 

Η υπερφορολόγηση επιβραδύνει και απομακρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης, επιφέροντας στο τέλος της ημέρας τα αντίθετα αποτελέσματα, όσον αφορά τα έσοδα, καθώς οδηγεί σε αύξηση της παραοικονομίας. Το διακύβευμα νομίζω δεν είναι η αύξηση της φορολογίας, αλλά η δημιουργία ενός αποτελεσματικού φοροεισπρακτικού μηχανισμού, καθώς επίσης και η εμπέδωση ενός σταθερού φορολογικού και οικονομικού περιβάλλοντος. Ενός περιβάλλοντος που δεν θα λειτουργεί ως σκιάχτρο στην προσέλκυση επενδύσεων. Μόνο μέσα από τις επενδύσεις στον ιδιωτικό τομέα θα μπορέσουμε να επανεκκινήσουμε την οικονομία μας, να μειώσουμε την ανεργία και να ανακουφιστούν τα νοικοκυριά. Σε καμία χώρα η αύξηση της φορολογίας δεν έφερε θετικά αποτελέσματα. Η αύξηση αυτή είναι λύση πανικού μπροστά στο οικονομικό αδιέξοδο που μας έχει ρίξει η σπάταλη κρατική μηχανή. Η φορολογία υποτίθεται ότι υπάρχει για να προσφέρει το κράτος κάποιες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Για να έχουμε δημόσια τάξη, ασφαλή σύνορα, δικαιοσύνη, υγεία, παιδεία, έργα υποδομής και άλλα παρόμοια. Οι πολίτες δεν οφείλουν να συντηρούν πτωχευμένες κρατικές επιχειρήσεις, και μάλιστα από το υστέρημά τους. Περαιτέρω, ο ιδιωτικός τομέας δεν οφείλει να στερείται ακόμη και βασικά καταναλωτικά αγαθά, για να διατηρούμε για παράδειγμα την παθογένεια των πολλαπλών συντάξεων, τις αργόμισθες θέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τους εκατοντάδες μη απογεγραμμένους οργανισμούς-«φαντάσματα», όπως ανέφερα και παραπάνω.

Η πρότασή μας είναι να κοπούν όλες οι συντάξεις άνω των 1.500 ευρώ και να συγχωνευθούν οι πολλαπλές συντάξεις σε μία. Να ανασταλούν οι συντάξεις όλων των αιρετών και οι συντάξεις όσων έχουν τρέχοντα εισοδήματα άνω των 3.000 ευρώ μηνιαίως από άλλες πηγές (ενοίκια, μερίσματα κ.ο.κ.). Να εντοπιστούν και να εκτοπισθούν οι αργόμισθοι από το Δημόσιο, με ταυτόχρονη επιβράβευση και κίνητρα παραγωγικότητας στους ευσυνείδητους δημοσίους υπαλλήλους.

Με όλες τις παραπάνω προτάσεις εξοικονομούνται αρκετοί πόροι για να ανασάνει ο ιδιωτικός τομέας. Για να μειωθούν η φορολογία και οι εισφορές πάσης φύσεως. Ταυτόχρονα, με τις αλλαγές που προτείνουμε στο συνταξιοδοτικό σύστημα, θα μπορούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι να δουν αισθητές αυξήσεις στα δικά τους εισοδήματα, καθώς θα περικοπούν τα προνόμια όσων μέχρι σήμερα θεωρούσαμε «ιερές αγελάδες».

Τι έχει αλλάξει στα χρόνια της κρίσης στην ελληνική κοινωνία; Πολλοί κάνουν λόγο για έλλειψη παιδείας, αμφισβήτησης των πολιτών στα όσα φαινομενικά διαδραματίζονται, για σκοτεινές δυνάμεις και συντεχνίες που στόχο έχουν τον τόπο μας. Τι ισχύει τελικά από όλα αυτά;

 

Δεν υπάρχει καμία σκοτεινή συνωμοσία και κανένας διεθνής μπαμπούλας που θέλει το κακό μας. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι στα χέρια μας κρατάμε τις τύχες μας. Αυτή τη στιγμή τα επιτόκια δανεισμού από τους εταίρους μας στην Ευρώπη αλλά και στις χώρες του ΔΝΤ είναι κοντά στο 1 με 1,5%. Αν βγαίναμε ελεύθεροι στις αγορές, δεν θα μπορούσαμε αυτή τη στιγμή να δανειστούμε με επιτόκιο κάτω από 15%. Οπότε καταλαβαίνουμε ότι, επειδή ακριβώς ανήκουμε στην ευρωπαϊκή οικογένεια, οι χώρες της Ευρώπης θα το θεωρούσαν ήττα να καταστραφεί η χώρα μας και να αφεθεί στη ζοφερή τύχη της άτακτης χρεοκοπίας. Όσοι λοιπόν υποστηρίζουν ότι υπάρχει εύκολος δρόμος, ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο εθνικό νόμισμα και να διαγράψουμε το χρέος μονομερώς, είναι επικίνδυνοι λαϊκιστές που εκτρέφουν τέρατα μέσα σε μια πολιτισμένη κοινωνία, όπως θα ήθελα να πιστεύω ότι είμαστε. Η μοναδική λύση είναι να συμμαζέψουμε το σπίτι μας και να εργαστούμε όλοι μαζί σε παραγωγική κατεύθυνση. Μέσα στο ευρώ, μέσα στη διεθνή κοινότητα, στο πλάι των διεθνών μας συμμάχων. Αν δεν το πιστέψουμε, θα χάσουμε το τρένο για πάντα.

Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι η έλλειψη παιδείας, όσον αφορά το πώς πρέπει ως πολίτες να εκλαμβάνουμε και να αφομοιώνουμε κάποια πράγματα, είναι ένας από τους πολλούς λόγους που μπορούμε να απαριθμήσουμε για να δικαιολογήσουμε την κατιούσα πορεία μας. Όπως επίσης κατανοώ έως έναν βαθμό την αποστασιοποίηση των πολιτών από την πολιτική, καθώς αισθάνονται προδομένοι, ίσως και εξοργισμένοι. Ωστόσο, δεν μπορώ να δικαιολογήσω φαινόμενα αμφισβήτησης θεσμών ή ακραίες εκδηλώσεις τους, ακόμη και εάν βρίσκονται σε απόγνωση. Ακόμη περισσότερο, δεν νομίζω ότι ο καλύτερος τρόπος εμψύχωσης του λαού είναι να του λένε συνέχεια ότι διάφορες σκοτεινές δυνάμεις φταίνε για όλα τα δεινά μας. Με αυτόν τον τρόπο τον αποπροσανατολίζουν και δεν του επιτρέπουν να αντιδράσει δημιουργικά.

Το θετικό όμως είναι ότι η ελληνική κοινωνία, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, επέδειξε απίστευτη ωριμότητα, και αυτό πρέπει να της το αναγνωρίσουμε. Γι’ αυτόν τον λόγο γυρίζει πλέον την πλάτη σε λαϊκιστικές φωνές και αναζητεί συγκεκριμένες λύσεις και προτάσεις, με γνώμονα την ορθή λογική. Πιστεύω ακράδαντα ότι ο μόνος δρόμος για να βάλουμε τέλος στα μνημόνια είναι να βάλουμε τέλος στον λαϊκισμό, ο οποίος και αποτελεί την «εθνική μας τύφλωση».

 

 

ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ

Τώρα είναι η στιγμή κατά την οποία νέοι άνθρωποι από τις παραγωγικές τάξεις οφείλουν να μπουν στη μάχη της πολιτικής, αλλάζοντας το αφήγημα.

 

Οι από 1ης Ιανουαρίου φέτος επιβαλλόμενοι αυξημένοι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στα καπνικά έχουν δημιουργήσει μια απαράδεκτη κατάσταση. Αγγίζουν το εξωπραγματικό 90%!

 

Η αύξηση της φορολόγησης δεν σήμαινε και αύξηση των φορολογικών εσόδων, αφού τα στοιχεία από το 2010 μέχρι το 2015 δείχνουν ότι χάθηκαν περίπου 1,5 δισ. ευρώ.

 

Δυστυχώς, στον βωμό του πολιτικού κόστους, ο ιδιωτικός τομέας και η επιχειρηματικότητα αποτέλεσαν την «Ιφιγένεια» της κρίσης.

 

Τα «λουκέτα» επιχειρήσεων ανήλθαν σε 5.669 το πρώτο δίμηνο του 2017, ενώ αυτές που άνοιξαν το ίδιο διάστημα δεν ξεπέρασαν τις 4.396.

 

Αυτό που προτείνουμε ως Ένωση Κεντρώων είναι η δραστική μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, με παράλληλη μείωση των δαπανών στο Δημόσιο.

 

Είναι απαράδεκτο να υπάρχουν πάνω από 400 μη απογεγραμμένοι φορείς-  «φαντάσματα», στους οποίους δεν γνωρίζουμε ούτε πόσοι αργόμισθοι είναι στο payroll ούτε το ύψος επιβάρυνσης του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ την ίδια στιγμή έχουμε 1,5 εκατ. ανέργους.

 

Είχα την εντύπωση ότι η «Βαρουφακιάδα» ήταν ένα αυτοτελές επεισόδιο που στοίχισε στη χώρα μας κοντά στα 90 δισ. ευρώ.

 

Σίγουρα, το βραβείο χειρότερης διαπραγμάτευσης που εκμαίευσε ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 από το Harvard θυμίζει τα «χρυσά βατόμουρα» που παίρνουν οι κακογυρισμένες ταινίες της άλλης πλευράς του Ατλαντικού.

 

Ο πρόεδρός μας, ο Βασίλης Λεβέντης, έφερε συγκεκριμένες πρωτοποριακές προτάσεις στο ελληνικό Κοινοβούλιο, παρότι διανύει αισίως την έκτη δεκαετία της ζωής του. Και αυτές οι προτάσεις δεν είναι «καινούργιες»…, τις λέει 35 χρόνια.

 

Για να αλλάξει κάτι στο πολιτικό σύστημα, πρέπει να καταλάβουμε ως πολίτες ότι δεν ψηφίζουμε πολιτικούς με μοναδικό κριτήριο να ανταποκριθούν στα στενά προσωπικά μας ζητούμενα.

 

 

Συμφωνώ ότι οι συμπτώσεις και η τύχη συχνά καθορίζουν τη ζωή και το μέλλον μας, αν και δεν πολυπιστεύω στην αστρολογία. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, όπως μας διδάσκει και η Ιστορία.

 

Η υπερφορολόγηση επιβραδύνει και απομακρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης, επιφέροντας στο τέλος της ημέρας τα αντίθετα αποτελέσματα, όσον αφορά τα έσοδα, καθώς οδηγεί σε αύξηση της παραοικονομίας.

Με τις αλλαγές που προτείνουμε στο συνταξιοδοτικό σύστημα, θα μπορούν οι χαμηλοσυνταξιούχοι να δουν αισθητές αυξήσεις στα δικά τους εισοδήματα, καθώς θα περικοπούν τα προνόμια όσων μέχρι σήμερα θεωρούσαμε «ιερές αγελάδες».

 

Δεν υπάρχει καμία σκοτεινή συνωμοσία και κανένας διεθνής μπαμπούλας που να θέλει το κακό μας. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι στα χέρια μας κρατάμε τις τύχες μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

avatar
  Εγγραφή στη ροή σχολίων  
Ενημέρωση για